Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Ο Φύλακας της Φαιστού.

Του Αγίου Αλεξάνδρου σήμερα. Χρόνια πολλά λοιπόν σε όλους όσους γιορτάζουν!
Θα ήθελα λόγω της ημέρας να τιμήσω τη μνήμη ενός Αλέξανδρου που δεν ζει εδώ και κάποια χρόνια, παρά μόνο μέσα στις καρδιές των δικών του ανθρώπων, αλλά και όλων όσων τον γνώρισαν και τον αγάπησαν.
Ο Αλέξανδρος Βενέτικος γεννήθηκε το 1903 στους Βώρους χωριό του νομού Ηρακλείου που βρίσκεται 2-3 χλμ. βόρεια του αρχαιολογικού χώρου της Φαιστού. ( Εικάζεται ότι το χωριό πήρε το όνομά του είτε λόγω της θέσης του καθώς οι κάτοικοι ονομάζονταν βόρειοι ή από το γιο του βασιλιά της Φαιστού Ραδάμανθυ, το Βώρο.) Στο χωριό αυτό έζησε όλη του τη ζωή.
Σε πολύ μικρή ηλικία χάνει τον πατέρα του και μεγαλώνει με τη μητέρα του και τις δύο του αδερφές τη Στυλιανή και τη Δεσποινιώ. Γίνεται έτσι ο προστάτης της οικογένειάς του για όλα τα υπόλοιπα χρόνια. Ακόμα και όταν παντρεύεται την αγαπημένη του Ιωάννα, η μητέρα του και οι αδερφές του συνεχίζουν να είναι υπό την προστασία του μέχρι το τέλος της ζωής τους, καθώς οι αδερφές του δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Με την Ιωάννα απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Το Γιάννη, τη Μαρίκα, την Ελβίρα και την Ελένη (τη μητέρα μου). Παρόλο που η οκογένεια είχε πολλά μέλη (συμπεριλαμβανομένων των δύο γιαγιάδων και των δύο αδερφών του παππού μου), η μητέρα μου πάντα μου λέει με νοσταλγία ότι μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο από αγάπη και σεβασμό του ενός προς τον άλλο. Χαρακτηριστική σκηνή: όταν ο παππούς επέστρεφε από τη δουλειά μόλις ακουγόταν η εξώπορτα τα αδέρφια όλα κάθονταν με σειρά κατά ηλικία πίσω από την πόρτα και ένα-ένα του φιλούσε το χέρι λέγοντας: "Καλησπέρα μπαμπά".
Η μία μεγάλη αγάπη του παππού μου λοιπόν ήταν η οικογένειά του. Γιατί υπήρχε άλλη μία, εξίσου δυνατή: η δουλειά του. Για περισσότερο από σαράντα χρόνια και μέχρι το 1968, υπήρξε φύλακας της Φαιστού. Τη Φαιστό και τα αρχαία της τα λάτρεψε και τα πρόσεχε όπως τα παιδιά του. Η λατρεία του αυτή τον έκανε να μπορεί να ξεναγεί σε έξι γλώσσες αν και είχε μόνο γνώσεις δημοτικού! Και όταν μια φορά επί Κατοχής κάποιος γερμανός τόλμησε να πειράξει κάτι από τα αρχαία ο κυρ' Αλέξανδρος (έτσι τον φώναζαν), πήγε με τα πόδια και ένα γαϊδουράκι μόνος στα Χανιά για να καταγγείλει το γεγονός.
Τα χρόνια που εργάστηκε στη Φαιστό γνώρισε πολύ κόσμο και αγαπήθηκε από όλους. Ανάμεσα τους διασημότητες της εποχής, από τον καλλιτεχνικό και τον πολιτικό κόσμο.  Το 1939 επισκέπτεται τη Φαιστό, κατά την περιήγησή του στην Ελλάδα ο αμερικανός πεζογράφος Χένρυ Μίλερ. Τις εντυπώσεις του από την επίσκεψή του στη χώρα μας τις αποτυπώνει στο βιβλίο του "Ο Κολοσσός του Μαρουσιού". Παραθέτω μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο:
" Όταν είχα φτάσει στο επίπεδο του γκρεμού είδα μπροστά μου ένα μονοπάτι που οδηγούσε στο περίπτερο το οποίο έχει χτιστεί στο χώρο των ερειπίων για τη φιλοξενία των επισκεπτών. Ξαφνικά διέκρινα έναν άνρωπο που στεκόταν στην άλλη μεριά του μονοπατιού. Όσο πλησίαζα εκείνος άρχισε να υποκλίνεται και να με χαιρετάει. Αυτός πρέπει να είναι ο κύριος Αλέξανδρος, σκέφτηκα. "Ο Θεός σάς έστειλε" είπε, δείχνοντας τον ουρανό και χαμογελώντας μου σα να βρισκόταν σε έκσταση... "Αυτός ο πόλεμος" είπε σταυρώνοντας τα χέρια του και σηκώνοντας τα μάτια του με σεβασμό σε άφωνη ικεσία " αυτός ο πόλεμος...κανένας δεν έρχεται εδώ πια. Ο Αλέξανδρος είναι εντελώς μόνος. Η Φαιστός ξεχάστηκε". Σταμάτησε να κόψει ένα λουλούδι και να μου το προσφέρει. Κοίταξε λυπημένα το λουλούδι σαν να το συμπονούσε για την ατυχία του που είχε απομείνει μόνο του και άνθιζε απαρατήρητο."
" Ο Αλέξανδρος μου έκανε νεύματα. Το μεσημεριανό ήταν έτοιμο. Είδα ότι είχε ετοιμάσει το τραπέζι μόνο για μένα. Επέμεινα να βάλει ένα πιάτο και γι' αυτόν. Δυσκολεύτηκα να τον πείσω να το κάνει. Έπρεπε να περάσω το μπράτσο μου γύρω του, να δείξω τον ουρανό, να σβήσω τον ορίζοντα, να τα συμπεριλάβω όλα με μια κίνηση πριν τον καταφέρω να συναινέσει να μοιραστεί το φαγητό μαζί μου... ...Ο Αλέξανδρος με παρακάλεσε να μείνω μερικές ημέρες. Έβγαλε το βιβλίο των επισκεπτών για να μου δείξει πότε είχε έρθει ο τελευταίος επισκέπτης..."
" Αποχαιρέτησα τον Αλέξανδρο που έκλαιγε τώρα. Έκανα γρήγορα μεταβολή και ξεκίνησα για το μονοπάτι που περιτρέχει την άκρη του γκρεμού. Ύστερα από μερικά βήματα ο Αλέξανδρος βρισκόταν πίσω μου' είχε μαζέψει στα γρήγορα ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια και μου το πρόσφερε. Χαιρετηθήκαμε και πάλι. Ο Αλέξανδρος έμεινε εκεί, κουνώντας μου το χέρι καθώς γύριζα που και που πίσω για να δω. Έφτασα στην απότομη κατηφόρα που έπρεπε να διαβώ περιμετρικά για να βγω στο φαράγγι. Κοίταξα πίσω για τελευταία φορά. Ο Αλέξανδρος στεκόταν ακόμη εκεί, 'ενα μικρό σημάδι τώρα, και όμως κουνώντας ακόμη το χέρι."
Με λίγα λόγια αυτός ήταν ο κυρ Αλέξανδρος. Ταπεινός, γεμάτος αγάπη και σεβασμό για κάθε ζωντανή ύπαρξη (δεν πατούσε ούτε μυρμηγκάκι), και κυρίως για τις δύο του μεγάλες αγάπες. Την οικογένειά του και τη Φαιστό.
Εγώ και τα υπόλοιπά του εγγόνια θα τον θυμόμαστε όμως σαν τον λατρευτό μας παππού, που του φιλούσαμε το χέρι κάθε φορά που τον βλέπαμε ενώ αυτός μας έδινε την ευχή του. Θα τον θυμόμαστε να τσουγκρίζει στο τραπέζι πάντα πρώτος λέγοντας "υγιαίνεται¨" και σε εμάς τα παιδιά να μας τσουγκρίζει στο κούτελο με το ποτηράκι το κρασί λέγοντας μας "καλή πρόοδο και καλή φώτιση παιδιά μου". Θα τον θυμόμαστε να απευθύνεται στη γιαγιά λέγοντας πάντα "αγάπη μου Ιωάννα". Και θα θυμόμαστε πάντα την δική του καρέκλα στην αυλή και αυτόν να κάθεται εκεί να διαβάζει, κάτω από τα γιασεμιά...
Έφυγε από τη ζωή ήσυχα, στις 11 Ιανουαρίου 1989.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει...

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Θλίβομαι...

...Όταν βλέπω για άλλη μια φορά, την Ελλάδα μας να καίγεται. Όταν και πάλι βλέπουμε τις αδηφάγες φλόγες να καταβροχθίζουν τους πνεύμονες του τόπου μας και μαζί με αυτούς τις περιουσίες και τα σπίτια συνανθρώπων μας. Πόσο μάλλον όταν οι πυρκαγιές αυτές στοιχίζουν και σε ανθρώπινες ζωές. Αυτή τη φορά έλεγα, ευτυχώς δε θρηνήσαμε θύματα. Μέχρι που σήμερα έχασε τη ζωή του ένας πιλότος επάνω στο καθήκον, προσπαθώντας να σώσει, ό,τι μπορεί να σωθεί. Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να εκφράσω τα βαθύτατα συλληπητήριά μου στην οικογένειά του, οποιαδήποτε άλλα λόγια παρηγοριάς σε τέτοιες στιγμές, πιστεύω ότι είναι περιττά.
Εικόνες από τη μεγάλη καταστροφή του 2007 ήρθαν και πάλι στο μυαλό μου. Και σήμερα θα ήθελα να σας παρουσιάσω ένα ποίημα που εκφράζει όλα αυτά που νοιώθω. Το έχει γράψει ένας άνθρωπος με ευαισθησίες του οποίου τον πατέρα έχω την τιμή να γνωρίζω και μου έχει χαρίσει ένα από τα βιβλία του. Τον ευχαριστώ για άλλη μια φορά. Το ποίημα αυτό όπως θα δείτε είναι και φόρος τιμής στην τραγική Μάνα της Αρτέμιδας. Για να μην ξεχνάμε...
Αρτέμιδος ανάβαση
Καιόμενες βάτοι
πορφυρά κεριά
γενεθλίων και αναμνήσεων.
Φλόγες σπαράσσουσες
σαν φλέβες που αιμορραγούν
κόκκινες
σαν το παλιό ηλιοβασίλεμα.
Καιόμενες βάτοι
αγκαλιασμένες αγάπες,
στοργή που αδημονεί
στο αδύνατο.
Φόβος στεγνώνει τα μάτια
λόγια ψιθυρίζουν παραμύθια
και υψώνουν τείχη στον πόνο.
Καιόμενες βάτοι
άγουρα και αθώα παιδιά.
Αγκαλιά στοργική
ζεστή σπουργιτοφωλιά
καταφύγιο σε πυρηνικό όλεθρο
κλάμα ανάμεσα στα πλήθη.
Αγκαλιά μιας αγέρωχης μάνας
στίγμα
στους κρατούντες της γής
στους επώνυμους επισήμους
στους κραταιούς και έχοντες
στους βολεμένους και σιωπούντες.
Αγκαλιά μήνυμα
μάχης
εμμονής
αγάπης
συναδέλφωσης
αλληλεγγύης.
Μάνα σύμβολο
λίπασμα στη μάνα γη.
Κύκλος που κλείνει,
μαχαίρι που κόβει ξαφνικά
την παλιά ζωή
όπως ο πατέρας το ψωμί.
Κύκλος που ανοίγει,
ξυπνητήρι που ηχεί δυνατά
Είναι ώρα δουλειάς.
Αδράξτε αξίνες
τσαπίστε το χώμα δυνατά
αυλακιές κάντε παντού
να περάσουν τα νερά
να ξεπλυθεί η σκουριά
να φύγει το μαύρο.
Το δάκρυ,
ύδωρ ζωογόνο
και ελπίδα
σπόρος μέλλοντος κληρονομιά.
Βότανο στις πληγές
τις πηγές  να γεμίσει,
να ξεδιψάσει ερχόμενος
ένας άλλος
Νέος κόσμος
ανοικτός για όλους.
(Κωνσταντίνος Μ. Σκηνιώτης "Ιχνηλασίες")

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

Κάθε αρχή και δύσκολη

Ως αρχάρια ας μου επιτραπούν τα όποια λάθη προφανώς έχω κάνει.Ομολογώ ότι παιδεύομαι 2-3 βράδια για να ξεκινήσω το καημένο το ιστολόγιο μου. Σίγουρα θα χρειαστώ τη βοήθεια των "πιο παλιών" στην πορεία.
Καθότι λοιπόν σήμερα περνώ το βάπτισμα του πυρός απλά σας καλοσωρίζω στη γωνίτσα μου και εύχομαι να γίνουμε μια όμορφη μπλογκοπαρέα!

Αναγνώστες